ἀμαυρός

ἀμαυρός
Grammatical information: adj.
Meaning: `hardly seen, dim, faint' (Od.); on the meaning McKinley Ant. class. 26 (1957) 12-39, Neugebauer ib. 27, 1968, 373f.
Other forms: Rarely μαῦρος or μαυρός (Hdn., Gal., H.), prob. from μαυρόομαι, -όω (Hes.).
Derivatives: Verb ἀμαυρόομαι, rarely ἀμαυρόω `become resp. render invisible' (Simon.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: It is assumed that μαυρόομαι arose through loss of the initial vowel (see the material in Strömberg Wortstudien 44f.). It could also be a prothetic vowel vs. its absence, as a substr. phenomenon; substr. origin is prob. anyhow as the word has no etym. (Scythian LW [loanword] acc. to Puhvel, Studies Whatmough, 1957, 237: maurva-)
Page in Frisk: 1,88

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμαυρός — ἀμαυρός, ά, όν (AM) θαμπός, σκοτεινός μσν. (το ουδέτερο ως επίρρημα) ἀμαυρόν αδύναμα, εξασθενημένα αρχ. 1. αυτός που φαίνεται με δυσκολία, θαμπός, αμυδρός, σκιώδης 2. αυτός που φέγγει θαμπά, σκοτεινός, θαμπός 3. αυτός που δεν έχει φως, άφεγγος,… …   Dictionary of Greek

  • ἀμαυρός — dark masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαυρός — ή, ό επίρρ. ά 1. σκοτεινός, μελανός: Το παρελθόν του είναι αμαυρό. 2. ασαφής, αμυδρός: Για το όλο θέμα είχε πολύ αμαυρή ιδέα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμαυρά — ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc pl ἀμαυρά̱ , ἀμαυρός dark fem nom/voc/acc dual ἀμαυρά̱ , ἀμαυρός dark fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρότερον — ἀμαυρός dark adverbial comp ἀμαυρός dark masc acc comp sg ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτάτων — ἀμαυρός dark fem gen superl pl ἀμαυρός dark masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέραις — ἀμαυρός dark fem dat comp pl ἀμαυροτέρᾱͅς , ἀμαυρός dark fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέρων — ἀμαυρός dark fem gen comp pl ἀμαυρός dark masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυροτέρως — ἀμαυρός dark adverbial comp ἀμαυρός dark masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρῶν — ἀμαυρός dark fem gen pl ἀμαυρός dark masc/neut gen pl ἀμαυρόω make dim pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀμαυρόω make dim pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀμαυρόω make dim pres part act masc nom sg ἀμαυρόω make dim pres inf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαυρόν — ἀμαυρός dark masc acc sg ἀμαυρός dark neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.